🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τυραννάω
τυραννάω
тиранить, мучить
;
μέ ~ούν αμφιβολίες — мучиться сомнениями
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тиранить
? —
τυραννάω
как на
(ново)греческом
будет слово
мучить
? —
τυραννάω
как с
(ново)греческого
переводится слово
τυραννάω
? — тиранить, мучить
#
(ново)греческий словарь
—
οληνυχτίς
—
αρχαιολατρεία
—
σιγοβρέχει
—
μεταπολίτευση
—
σκληρά
—
ταξάκι
—
κατοπτευτήριο
—
χθεσινός
—
κυνικώς
—
ψιλικατζήδικο
—
δηλοποιώ
—
γιοματάρι
—
γοργοκίνητος
—
εριφος
—
τριχωτό
—
εκφαίνω
—
βερβερίζω
—
συνδυασμός
—
επιδεινωτικός
—
κίσσα
—
αντεπιστέλλω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω