🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θείτσα
θείτσα
η
тётка; тётя
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тётка
? —
θείτσα
как на
(ново)греческом
будет слово
тётя
? —
θείτσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
θείτσα
? — тётка, тётя
#
(ново)греческий словарь
—
στυγνός
—
θεοκόπηλος
—
γκόρτσο
—
προσωπικός
—
εγωλάτρισσα
—
αναβάπτιση
—
έμπλεος
—
ξέπλυμα
—
κυψελιδικός
—
αλάκτιστος
—
ναρκομανής
—
ενόστωσις
—
διλεττάντης
—
ξανθωπός
—
εθνισμός
—
σαρακιασμένος
—
αργυροκουδουνάτος
—
σακιδιοθήκη
—
διετάθην
—
αναθεωρώ
—
νεραϊδοπαρμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω