🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπέϊκα
μπέϊκα
:
περνώ (или ζώ) ~ — жить по-барски, жить в роскоши, жить припеваючи
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπέϊκα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
νυχτέρεμα
—
ισημερία
—
αμνησικακία
—
ανατροφοδοτώ
—
αυτοπειθαρχία
—
γύρεμα
—
αχρήζω
—
ομοιοπαθητικός
—
ξεπουπουλιάζω
—
εννοιακός
—
λερός
—
διάμηκες
—
αλαβάστρινος
—
παλικαράς
—
ζητιανιά
—
υδραυλική
—
λεπτόγειος
—
παντρολογώ
—
φωτίζω
—
συνοικέσιο
—
παραδοσιακός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω