🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανοπτώ
ανοπτώ
жарить заново
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
жарить заново
? —
ανοπτώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανοπτώ
? — жарить заново
#
(ново)греческий словарь
—
δορκάς
—
αριστερίζων
—
ένθειος
—
εξώνηση
—
μετανοητής
—
μεθοκοπάω
—
δέκτης
—
λιποψυχία
—
εμπρεσσιονισμός
—
μυρεψός
—
μαντείο
—
μηλόπιττα
—
κυκλώπειος
—
αδιάπρακτος
—
επιναθέτω
—
ταγμα
—
μικρόχορος
—
υδροκρίτης
—
κυνήγι
—
αντιβεντετικός
—
φυσιοκρατικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω