🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανεξεταστέος
ανεξεταστέ|ος
получивший переэкзаменовку
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
получивший переэкзаменовку
? —
ανεξεταστέος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανεξεταστέος
? — получивший переэкзаменовку
#
(ново)греческий словарь
—
πισωδρόμισμα
—
οξειδοαναγωγή
—
μηλίτης
—
εντόπιος
—
βαριούχος
—
ελαιομαργαρίνη
—
βούργια
—
πρωτάθλημα
—
συνδιάλεξη
—
εκορέσθην
—
ετερόσημος
—
ξενώνας
—
δίκωχο
—
μαρμάγκα
—
ευήθεια
—
χαρακτηρισμός
—
δραγατσά
—
τσικνουδόσουπα
—
βενζινάδικο
—
καυσαέρια
—
καυτερός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω