🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πλατέα
πλατέα
η 1)
площадь
;
2) театр.
партер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
площадь
? —
πλατέα
как на
(ново)греческом
будет слово
партер
? —
πλατέα
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλατέα
? — площадь, партер
#
(ново)греческий словарь
—
ιεροσύλημα
—
πυργοδεσπότης
—
καρυκεύω
—
φωτογράφημα
—
μυρρόλη
—
αηδονολάλημα
—
εμπειριοκρατικός
—
αντίλαλος
—
ακαθάριστος
—
καπνοδοχοκαθαριστής
—
ανοικοδομημένος
—
αλήστευτος
—
υβρεολόγιο
—
ξεσελώνω
—
επίκεντρο
—
θωρακοφόρος
—
αποστράτευση
—
παράς
—
λιθοχαράκτης
—
απαργυρώνω
—
ξελαρυγγίζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω