🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπατζάκι
μπατζάκι
το 1)
штанина
;
2) мн.ч.
ноги
;
===
τρομάρα στά ~α σου — презр. [phrase]несчастный, жалкий ты человек[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
штанина
? —
μπατζάκι
как на
(ново)греческом
будет слово
ноги
? —
μπατζάκι
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπατζάκι
? — штанина, ноги
#
(ново)греческий словарь
—
μονοιασμένος
—
γραμματοφυλακείο
—
τοσοδούλης
—
ανεξέλεγκτος
—
χρυσογελούσα
—
καμπανίτης
—
πιστολιά
—
πλατύστερνος
—
ανθοστόλισμα
—
παραφιλολογία
—
προβοσκιδοφόρος
—
διασαλπίζω
—
χιονοθλασία
—
αβερτοσύνη
—
μπεκατσόνι
—
αργοροδάμας
—
τιμωρός
—
φυτοζωία
—
μελαγχολικός
—
γουρουνομύτης
—
μπροστάρης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω