🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ποίμνη
ποίμνη
η 1)
стадо
;
2) церк.
паства
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стадо
? —
ποίμνη
как на
(ново)греческом
будет слово
паства
? —
ποίμνη
как с
(ново)греческого
переводится слово
ποίμνη
? — стадо, паства
#
(ново)греческий словарь
—
αφιέρωση
—
ιππευτικός
—
ακτινεργία
—
λουβιάρα
—
βάϊο
—
βουτιά
—
ρουμάνι
—
δικηγορία
—
αλεξητήριος
—
θορυβημένος
—
τάγγη
—
σκερτσόζικος
—
αρνησίχριστος
—
πνευμόνι
—
γρασίδι
—
σεμιίδαλις
—
αψινθέλαιο
—
κυβικός
—
διώκω
—
απλόχωρος
—
διπλόφαρδος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω