🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνοφρύωμα
συνοφρύωμα
το действие по гл. συνοφρυούμαι (хмуриться, хмурить брови; насупливаться )
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνοφρύωμα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
διαρρύθμιση
—
σοκαριστικός
—
τεχνίτρια
—
αναλογιστής
—
μεταβατικότητα
—
αγουστέλα
—
τσιγαρόχαρτο
—
ξαναμοιράζω
—
οίκοθεν
—
κοιμητήρι
—
κατσιά
—
αταλος
—
νικοτίνη
—
ρυμούλκα
—
εικοστός
—
πεντάωρος
—
ανυπομονησία
—
ουμανισμός
—
απολιθώνομαι
—
λαρδώνω
—
ψεύδορκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω