🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εικοστός
εικοστός
двадцатый
;
άγω τό ~όν έτος — [phrase]мне идёт двадцатый год[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
двадцатый
? —
εικοστός
как с
(ново)греческого
переводится слово
εικοστός
? — двадцатый
#
(ново)греческий словарь
—
σκληροκεφαλιά
—
εγγόμφωση
—
μυωπία
—
μπεκιάρισσα
—
πετρώνω
—
αντιθάλαμος
—
αποθυμώ
—
συστολεύς
—
ανάδελφος
—
μεγιστοποιούμαι
—
βασταριό
—
υπερδιέγερση
—
αυτοκινητάμαξα
—
ογκόπαγος
—
επιδημία
—
ερμαφροδισία
—
βαρδαβέλα
—
άκαπνος
—
θηλυπρεπώς
—
εκφράσσω
—
ακροαστικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω