🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βουλκανισμός
βουλκανισμός
ο
вулканизация
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вулканизация
? —
βουλκανισμός
как с
(ново)греческого
переводится слово
βουλκανισμός
? — вулканизация
#
(ново)греческий словарь
—
καθότι
—
αγριομηλιά
—
αρχηγείο
—
ακριβαγορασμένος
—
χοντροφτειαγμένος
—
κοιτάζομαι
—
ακτινογράφημα
—
οίνος
—
ανερώτημα
—
σκουλί
—
διήμερο
—
πολεμεφόδια
—
μοντερνιστής
—
υστεραίος
—
ατηγάνητος
—
ώμορφος
—
αχτύπητος
—
ανειδοποίητος
—
εγκιβωτισμένος
—
ξυριστικός
—
γαρμπερός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω