🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συμβεβηκός
συμβεβηκός
(-ότος) τό
случайность
(тж. филос);
κατά ~ — случайно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
случайность
? —
συμβεβηκός
как с
(ново)греческого
переводится слово
συμβεβηκός
? — случайность
#
(ново)греческий словарь
—
κατάσαρκα
—
εξουθενίζω
—
ψευδώνυμα
—
συγχροφασοτρόνιο
—
κρυολόγημα
—
εργοτόκρανον
—
αιμοβορία
—
μεμπτά
—
χειλάς
—
ασκοπήρα
—
κουκούνι
—
αστρονομικός
—
βαρύχορδο
—
σαπουνάς
—
αχώριστος
—
σκληροδερμία
—
ακριτομυθία
—
αντιπαράσταση
—
εθνικά
—
μάρκο
—
μισοφαγωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω