🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πλημμυροπαθής
πλημμυροπαθ|ής
пострадавший от наводнения
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пострадавший от наводнения
? —
πλημμυροπαθής
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλημμυροπαθής
? — пострадавший от наводнения
#
(ново)греческий словарь
—
αναξέρασμα
—
τόσο
—
τηλεσημία
—
αυτοσυντήρηση
—
ατιμώρητος
—
τριπλασιάζω
—
ανεμαλαγιά
—
αρχαιομανής
—
ενεργητικό
—
εθελοκωφώ
—
δημότης
—
γουργούλα
—
ειρηνεύω
—
διεύθυνση IP
—
ιδεόγραμμα
—
διασκέλισμός
—
άγγιαγμα
—
διαζευγμένος
—
ασωτεμός
—
βασίλεμα
—
ερμητικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω