🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνηθίζομαι
συνηθίζομαι
:
~εται — в ходу, в обычае, принято
;
δέν ~εται αυτό — [phrase]это не принято[/phrase]
;
δέν ~ονται τέτοια καπέλλα — [phrase]такие шляпы не носят, такие шляпы не в моде[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνηθίζομαι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πλημμυρώ
—
μισοφόρι
—
ημιστήριξη
—
τραχανόσουπα
—
τριποδίζω
—
παροξυσμός
—
αδελφοκτόνος
—
συγκλητικός
—
μπέρι-μπέρι
—
θόριο
—
παιδιαρίσματα
—
προανάφλεξη
—
Αγαθόβουλος
—
απαντεμένος
—
αναπληρωματικός
—
τσιμπιδάκι
—
ξεκοιλιάζω
—
τυραννώ
—
οξεία
—
χειροτεχνικός
—
λαλαγγίτα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω