🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μίτρα
μίτρα
η церк.
митра
;
===
~ καπνοδόχου — колпак на дымовой трубе
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
митра
? —
μίτρα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μίτρα
? — митра
#
(ново)греческий словарь
—
καλάθα
—
ξυλοκέρατο
—
άβαξ
—
εντείχιση
—
αλευροπολτός
—
ξεσπιτώνομαι
—
ζήτομαι
—
φωτογραφία
—
πιθήκειος
—
εξυπηρετικός
—
οξύχολος
—
στριφτός
—
ηλεκτρονική
—
μαύσωλείο
—
ιαπετικός
—
σύσπαστον
—
κολυμβητήριο
—
κούρκος
—
παννάδα
—
ατραγούδητος
—
έφιππος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω