🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
προτομή
προτομή
η 1)
бюст
(скульптурный);
2) воен.
ствол
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бюст
? —
προτομή
как на
(ново)греческом
будет слово
ствол
? —
προτομή
как с
(ново)греческого
переводится слово
προτομή
? — бюст, ствол
#
(ново)греческий словарь
—
πρότυπος
—
χοανοειδής
—
εργοτάξιο
—
μπουφές
—
ασπαίρω
—
ανευλάβεια
—
ανθρωπόφοβος
—
βρέχτης
—
αλλοιωμένος
—
τσογλάνι
—
δημοκόπος
—
θεσσαλονίτικος
—
τροχοπέδη
—
γούβα
—
τρελογιατρός
—
αβάκα
—
γκέγκης
—
ραδιοσκόπηση
—
τετραήμερος
—
διαιτήτρια
—
Θεοδώρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω