🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κνύζα
κνύζα
η мед.
кожная болезнь(__,__) сопровождающаяся зудом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кожная болезнь, сопровождающаяся зудом
? —
κνύζα
как с
(ново)греческого
переводится слово
κνύζα
? — кожная болезнь, сопровождающаяся зудом
#
(ново)греческий словарь
—
συσκευή
—
θανατάς
—
αγγειολόγος
—
ανδραγαθίζομαι
—
αντευχαριστώ
—
τσουκνίδα
—
προσυπογραφή
—
πρωτογονισμός
—
ελαφρόλογα
—
οδοντοκεραμεική
—
προσπελάσιμος
—
αλτήρας
—
κορδόνι
—
κατευοδώνω
—
συναλοιφή
—
πιάσιμο
—
εκταμα
—
πορτιέρης
—
αμοιβάδωση
—
διακοσιαπλάσιος
—
ακραίχμιον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω