🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τσιμεντοκονία
τσιμεντοκονία
η
цементный раствор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
цементный раствор
? —
τσιμεντοκονία
как с
(ново)греческого
переводится слово
τσιμεντοκονία
? — цементный раствор
#
(ново)греческий словарь
—
οκτωβριανός
—
μπλάβος
—
ξεροκαταπίνω
—
σύχλωρος
—
πρυμίζω
—
σάρωθρον
—
αχνούδιαστος
—
αναπέταση
—
θαλασσινός
—
εκτεθαμμένος
—
εξώστεγον
—
αζήτητος
—
μιαούρισμα
—
βυτιοποιός
—
ανασύρω
—
αμορτισσέρ
—
παράβαση
—
μεταλλειολόγος
—
αμάνιωτος
—
ξενοκοιμούμαι
—
κρισιμότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω