🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οκτωβριανός
οκτωβριανός
1.
октябрьский
;
η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση — Великая Октябрьская социалистическая революция
;
2. :
τά ~ά — октябрьские события
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
октябрьский
? —
οκτωβριανός
как с
(ново)греческого
переводится слово
οκτωβριανός
? — октябрьский
#
(ново)греческий словарь
—
εντεροκολίτιδα
—
δασονομία
—
αρκουδοπούρναρο
—
αποκατάσταση
—
αναξιοσύνη
—
στομαχόπονο
—
απογυριά
—
αναγκάζομαι
—
κάτασπρος
—
μιμητικός
—
τομάρι
—
ετμήθην
—
αγροκήπιο
—
βοτανολογικός
—
ανεξίτηλο
—
ασυνέριστος
—
αρτεσιανός
—
πυκνόμετρο
—
μισόγυμνος
—
στωϊκότητα
—
χειρόγραφος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω