🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνδετήριος
συνδετήριος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνδετήριος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κρατήρας
—
συγκόπτομαι
—
αφρομανώ
—
δείλινίζω
—
διαβροχή
—
κραταιώνω
—
σκουλήκιασμα
—
ζεστασιά
—
πειρακτικός
—
ηγιασμένος
—
αναμελιά
—
αντισταθμίζω
—
ασίγαστος
—
αξιόμαχος
—
ανυπόχρεως
—
διάλευκος
—
υπερυπουργείο
—
Ιρλανδή
—
εθνοκρατισμός
—
υπεραισθήσεις
—
τσαμπουνίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω