🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγεψιά
αγεψιά
η мед.
агейзия, потеря вкуса
(в еде)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
агейзия
? —
αγεψιά
как на
(ново)греческом
будет слово
потеря вкуса
? —
αγεψιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγεψιά
? — агейзия, потеря вкуса
#
(ново)греческий словарь
—
αβράδιαστος
—
εργοτίνη
—
διπλωτικός
—
εξαρτύω
—
καπηλεύομαι
—
καταμόσχευσις
—
άδω
—
ατμομηχανή
—
ευρύχωρος
—
οπτιμισμός
—
εκτραχηλισμός
—
ψηφολέκτης
—
εκορέσθην
—
επιφατνίδιος
—
γερόντιο
—
παραβάν
—
μετρίως
—
αυτοσυντηρούμαι
—
μηχανοκατασκευαστής
—
μέτοικος
—
δίδακτρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω