🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κατράμι
κατράμι
το
дёготь; смола
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дёготь
? —
κατράμι
как на
(ново)греческом
будет слово
смола
? —
κατράμι
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατράμι
? — дёготь, смола
#
(ново)греческий словарь
—
αρμεχτής
—
βαθμιαία
—
αδελφοκτονία
—
γλοίνα
—
ολοένα
—
υπογειάρα
—
κέδρωση
—
σάβουρος
—
μιγαδικός
—
ευθέως
—
παρενθήκη
—
ήθησις
—
σταφίδα
—
αφούρνιστος
—
αραποσιτιά
—
υμνητικός
—
κήλη
—
κωλάντερο
—
αρδεύω
—
καταξεραίνω
—
γαβάτα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω