🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανάδιπλος
ανάδιπλ|ος
сложенный вдвое
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сложенный вдвое
? —
ανάδιπλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανάδιπλος
? — сложенный вдвое
#
(ново)греческий словарь
—
εβραιοπούλα
—
μετάγγισμα
—
τηλεγραφείο
—
φαλαίνιο
—
κορνεττίστας
—
πολυέλαιος
—
ντοματοπελτές
—
στιλβωτής
—
νεογνό
—
θυμητικό
—
μαντόλα
—
μηλομαρμελάδα
—
ναργιλές
—
διαλεκτός
—
κοινάτορας
—
αναβολιά
—
λουστραρισμένος
—
δικράνα
—
οπλοβομβιδοβόλο
—
ενατενίζω
—
μαργαριτόπλεχτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω