🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αιγυπτιώτικος
αιγυπτιώτικος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιγυπτιώτικος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αντιζύγιασμα
—
ανακλαδούμαι
—
γυναικοφοβία
—
ψιλικατζού
—
ενθουσιώδης
—
βαρβάτος
—
σάρκωμα
—
δαιμονόσπερμα
—
γλεντζού
—
μαγουλάδα
—
βαρήκοος
—
αποτελειωμός
—
προσωπογραφικός
—
δύσοσμα
—
κάρφος
—
εξαιρετικότητα
—
πολύαθλον
—
συμπεθερικός
—
ορνιθόρρυγχος
—
φαρδιά
—
ζευγηλάτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω