🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δύσοσμα
δύσοσμα
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
δύσοσμα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μαγνήτισμα
—
αποστρογγυλώνω
—
αβύζωτος
—
αποπλέκω
—
ατέλευτος
—
βιοχημεία
—
ραντιστήρας
—
ψηφοφορία
—
ιδρωτοποιός
—
καλαμπαλίκι
—
εφταπάρθενος χορός
—
ήλασα
—
βασκανιστής
—
καταχειροκροτάω
—
ερυθραίνω
—
άθληση
—
ξορκιστής
—
ελευθεροτέκτονας
—
αποχρωμάτισμός
—
ρήμαγμα
—
Θοδωρής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω