🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ενδοκαρδίτιδα
ενδοκαρδίτιδα
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενδοκαρδίτιδα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αειφόρος
—
ωοσκοπία
—
ανεμοστρόβιλας
—
ιερουργώ
—
χελωνοειδής
—
υδροστάσιο
—
πολιτικομανία
—
αμαρταίνω
—
διαολίζω
—
ασκηνοθέτητος
—
ενάρετος
—
μεταξοβάμβακος
—
βραχνάς
—
αφροστεφανωμένος
—
αδικοπλουτίζω
—
απόμακρος
—
λαθροχειρώ
—
επουλώνω
—
γκάρισμα
—
κουρούπα
—
μαρμαροκολώνα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω