🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ιλιγγιώδης
ιλιγγιώδης
головокружительный
;
~ ταχύτητα — головокружительная скорость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
головокружительный
? —
ιλιγγιώδης
как с
(ново)греческого
переводится слово
ιλιγγιώδης
? — головокружительный
#
(ново)греческий словарь
—
πολιομυελιτικός
—
αργαση
—
δασμολόγος
—
ομόψυχος
—
δισχίλιοι
—
εξηκονταετής
—
ελαφάκι
—
χειρομάλαξη
—
παιδεραστής
—
μετακομίζομαι
—
λημέρι
—
ατροφοδότητος
—
μετζοσοπράνο
—
σύνθλιψη
—
εμφυσητήρ
—
κιτρινόχροια
—
λέσι
—
στέμμα
—
σαδιστικός
—
ηθοποιία
—
θαλασσογραφία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω