🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πατερίτσα
πατερίτσα
η 1)
костыль
;
2) церк.
посох
(епископский)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
костыль
? —
πατερίτσα
как на
(ново)греческом
будет слово
посох
? —
πατερίτσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
πατερίτσα
? — костыль, посох
#
(ново)греческий словарь
—
ηπατομεγαλία
—
εξελέγχω
—
ιδιότυπα
—
βωμός
—
ψαχνό
—
διάβα
—
πηλοπλάστης
—
αρραβωνιαστικός
—
δροσοπάχνη
—
μπαρμπεριό
—
εφτάκοιλο
—
αξιοθέατα
—
μερικός
—
αιωρούμαι
—
ξαρρωστάω
—
βουνίσιος
—
πλάγιοβαδισμός
—
κουτσομπόλικος
—
εχινόκοκκος
—
ντέ φάκτο
—
τυφλίνος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω