🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γουδόχερο
γουδόχερο
το
пест, пестик
;
===
τό γουδί τό ~ (καί τόν κόπανο στό χέρι) — [phrase]заладил одно и то же[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пест
? —
γουδόχερο
как на
(ново)греческом
будет слово
пестик
? —
γουδόχερο
как с
(ново)греческого
переводится слово
γουδόχερο
? — пест, пестик
#
(ново)греческий словарь
—
παλαιογενής
—
αντίστροφος
—
ραδιοδέκτης
—
ρεζιλίκι
—
θεοσοφία
—
ισοζύγιο
—
αιματοσκόπιο
—
τριπόντες
—
χρυσαλοιφώνω
—
μπεκροκανάτα
—
εκρηκτικότητα
—
αγνωσιά
—
πηροδάκτυλος
—
νίκελ
—
πέτρινος
—
πυρακτωμένος
—
αμπάριζα
—
απόσιγα
—
γενναίος
—
βαπορτζής
—
αλλοιώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω