🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απειροπλάσιος
απειροπλάσι|ος
бесчисленный, неисчислимый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бесчисленный
? —
απειροπλάσιος
как на
(ново)греческом
будет слово
неисчислимый
? —
απειροπλάσιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
απειροπλάσιος
? — бесчисленный, неисчислимый
#
(ново)греческий словарь
—
ξεδιάντροπος
—
επιτηρώ
—
δρυόξυλο
—
γραβάτα
—
γαλήνεψη
—
αλληλεθνής
—
πυροδιάσπαση
—
αυτοδιδαχή
—
ακουαρέλλα
—
εξόχως
—
προαίσθηση
—
ίσχνεμα
—
ατρύγητος
—
ακέραιος
—
απροφύλακτος
—
γρέμπανο
—
νευροψυχολογία
—
έγκειμαι
—
μισοχορταίνω
—
αλληθώρισμα
—
ελικηδόν
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω