🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αστιγμόμετρο
αστιγμόμετρο
το
астигмометр
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
астигмометр
? —
αστιγμόμετρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αστιγμόμετρο
? — астигмометр
#
(ново)греческий словарь
—
αβούλωτος
—
προεξοφλήσιμος
—
ουτοπιστής
—
κακορίζικος
—
αστιγμάτιστος
—
πεισματώδης
—
ανθρωπάκης
—
μεσοβένθος
—
εξακολούθηση
—
αποξεκάνω
—
γλεντοκοπώ
—
κοσκινισμένος
—
λαμπυρίζω
—
αντιπλέκω
—
αναστάσιμος
—
άσφαλτος
—
ηχερός
—
δαχτυλογράφος
—
κακοπουλάω
—
ασφυχτικός
—
δυσμετακίνητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω