🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πυροσβεστήρας
πυροσβεστήρας
ο
огнетушитель
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
огнетушитель
? —
πυροσβεστήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
πυροσβεστήρας
? — огнетушитель
#
(ново)греческий словарь
—
αλαζόνευμα
—
ιστιοδρομία
—
ώχοντα!
—
πολυθεσία
—
είλωτας
—
παραμυθάκι
—
γραπατσώνω
—
καταπιστεύω
—
ακροπρεπίδιον
—
κοκάλωμα
—
φλεγμαίνω
—
νοτισμός
—
μαυρομάτα
—
υπούργημα
—
ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
—
τέλι
—
αποκαταστάσιμος
—
δαμαλιδοκομείον
—
ανέρπω
—
άδω
—
γαλίφικο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω