🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επιστεφάνωση
επιστεφάνωση
η
увенчивание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
увенчивание
? —
επιστεφάνωση
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιστεφάνωση
? — увенчивание
#
(ново)греческий словарь
—
γιορτερός
—
χωροθετώ
—
τωόντι
—
επταμηνίτικο
—
μάγιστρος
—
μεριδιούχος
—
μεροκαματιάρισσα
—
λατινίζω
—
μοσκοβολιά
—
παρωπίδες
—
επονομάζω
—
μπογιαντισμένος
—
κωλόξυλο
—
διακονητής
—
κοντόσταβλος
—
εναιωρούμαι
—
ρουθούνι
—
καλλιεργητικός
—
ατμόλουτρο
—
συρμακέζης
—
έλμινς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω