🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
Αυστριακός
Αυστριακός
ο
австриец
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
австриец
? —
Αυστριακός
как с
(ново)греческого
переводится слово
Αυστριακός
? — австриец
#
(ново)греческий словарь
—
εύτηκτος
—
μπαγαπόντικος
—
κακόμορφος
—
ηγεμονίδα
—
κοσμογραφικός
—
μοσχάρι
—
ευζωία
—
νεραϊδόγνεμα
—
θηλαστικά
—
ισόμοιρος
—
ανεκδοτολόγος
—
σκίρτημα
—
πλακάτ
—
ηλεκτροσυγκόλληση
—
κοτζαμπάσης
—
απηλλαγμένος
—
σύντηξη
—
χρέμπτομαι
—
μηλοχυμός
—
ετεροαιμοθεραπεία
—
όνομα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω