🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκατονταπλάσιος
εκατονταπλάσι|ος
стократный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стократный
? —
εκατονταπλάσιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκατονταπλάσιος
? — стократный
#
(ново)греческий словарь
—
σχολιασμός
—
κατακοπιάζω
—
επισημαίνω
—
βραδύνω
—
δύσοσμα
—
χοιρόχορτο
—
σκέλος
—
κληρονόμα
—
εξακόσια
—
υπερνικώ
—
ακαταδεξιά
—
ψητός
—
μακελλάρης
—
ψυκτήρ
—
κρομμύδι
—
παλαίστρια
—
μούντζα
—
ατέλευτος
—
τσαμπί
—
ασκελιά
—
αζώτωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω