🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ερωτιάρης
ερωτιάρης
ο
влюбчивый мужчина
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
влюбчивый мужчина
? —
ερωτιάρης
как с
(ново)греческого
переводится слово
ερωτιάρης
? — влюбчивый мужчина
#
(ново)греческий словарь
—
συσκευιάστρια
—
στραβοπάτημα
—
αλλαξιά
—
νυφικό
—
γλωσσαλγία
—
γλυκόλαλος
—
εγχυματογενής
—
οκνηρία
—
συνειδητοποιώ
—
λυχνίον
—
γυμνασιοκόριτσο
—
γερντάνι
—
αρχαιρεσίες
—
ξεδιψάω
—
μετρημός
—
υποθάλπω
—
ισχυροποιώ
—
εμμονοκρατία
—
διαβεβρωμένος
—
αρματολικός
—
ξέκωλος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω