🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υποκάμισο
υποκάμισο
το
рубашка; сорочка
;
μεταξωτό ~ — шёлковая рубашка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рубашка
? —
υποκάμισο
как на
(ново)греческом
будет слово
сорочка
? —
υποκάμισο
как с
(ново)греческого
переводится слово
υποκάμισο
? — рубашка, сорочка
#
(ново)греческий словарь
—
πιγκώνομαι
—
νεολαία
—
επιγαμία
—
μικροπράμα
—
σπίνος
—
ζευτό
—
ατσαλαπάτητος
—
αναμειγνύω
—
πηγούνια
—
γκλάβα
—
απράγμων
—
μπινιάρης
—
αναβαλλόμενος
—
στούμπι
—
μεταρρύθμιση
—
γκλόμπς
—
οργανογένεια
—
μαξιλλαράκι
—
ραχατλήδικος
—
νερομουρμούρισμα
—
κολλάρο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω