🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κατατραυματίζω
κατατραυματίζω
нанести много ран
(кому-л.),
изранить
(кого-л.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
нанести много ран
? —
κατατραυματίζω
как на
(ново)греческом
будет слово
изранить
? —
κατατραυματίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατατραυματίζω
? — нанести много ран, изранить
#
(ново)греческий словарь
—
συγκόπτω
—
έκκριμα
—
απόκρεως
—
λέπρα
—
ιπποσύνη
—
συνέδριο
—
διαμέτρημα
—
σπιτονοικοκύρά
—
απαφρίζω
—
αποχωρώ
—
καλάϊ
—
αποκρατικοποίηση
—
καπνοσακκούλα
—
υπορρινικός
—
μπαξές
—
Κιργισία
—
ανοιχτοκαρδιά
—
επιγονατίδα
—
αναλογίζομαι
—
σαρανταπέντε
—
αξεκαθάριστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω