🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κωπηλατώ
κωπηλατώ
грести
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
грести
? —
κωπηλατώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
κωπηλατώ
? — грести
#
(ново)греческий словарь
—
ιδιαιτέρως
—
μοιρονόμιον
—
σπουδοστής
—
ελικοφόρον
—
μπουρζουαζία
—
μουνούχισμα
—
επανωφόρι
—
υπεξούσιος
—
άλοχος
—
ακυρολεκτώ
—
πτωχαίνω
—
δάρθηκα
—
βασικό
—
μαυροπίπερο
—
πλατειαστικός
—
συγυρίστρα
—
διαμάντι
—
κεκλιμένος
—
ξυστρίς
—
σκορδοφάγος
—
ξίδι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω