🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κλιμακοστάσιο
κλιμακοστάσιο
το
лестничная клетка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лестничная клетка
? —
κλιμακοστάσιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
κλιμακοστάσιο
? — лестничная клетка
#
(ново)греческий словарь
—
εξευτελισμένος
—
ζαχαράτος
—
άνωρα
—
εναντίωση
—
ιουράσιος
—
λατινιστί
—
μυξούλα
—
προκαταρτίζω
—
ασύνθετος
—
μιθριδατισμός
—
ατράβηκτος
—
κοινή
—
ευκαιρώνω
—
αλληλοπρόγονοι
—
άφθαρτος
—
διάξων
—
αυτοκρατόρισσα
—
αεροδρομιακός
—
αρσενικίαση
—
συγκαιριανός
—
αστερόφωτο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω