🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλιπάστωση
αλιπάστωση
(-εως) η
соление, засолка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
соление
? —
αλιπάστωση
как на
(ново)греческом
будет слово
засолка
? —
αλιπάστωση
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλιπάστωση
? — соление, засолка
#
(ново)греческий словарь
—
ειθισμένος
—
αδιαχείριστος
—
κολακεύομαι
—
μπαλίτσα
—
ψαλίδωμα
—
σαρκαστικός
—
επισανίδωση
—
αντιπροσκαλώ
—
αποτηγανίδι
—
μυλωνού
—
άλυσσος
—
προσωπικότητα
—
αλληλοσπαραγμός
—
κοχλιοτομέας
—
νοσηλευτήριο
—
άκουσμα
—
Βλάχικα
—
ωογόνιο
—
αεριστήρας
—
σκεπαστή
—
πέσιμο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω