🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μασητήρας
μασητήρας
(-ήρος) ο μασητήρας (μυς)
жевательная мьннца
;
~ οδούς — коренной зуб
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
жевательная мьннца
? —
μασητήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
μασητήρας
? — жевательная мьннца
#
(ново)греческий словарь
—
συνόδευση
—
κρεόσωτον
—
χούγια
—
καταψιά
—
χασές
—
ιλαρχία
—
θαλασσοπνίχτης
—
ψυχοπονιάρικος
—
καλοφκιασμένος
—
πρωτεΐνες
—
σύμφωνο
—
γαρουφαλλιά
—
πυκνογραμμένος
—
ερημότοπος
—
φρήν
—
ηγέτης
—
ανυπαγόρευτο
—
αγαθός
—
αντιφεμινισμός
—
κλαρινέτο
—
γερός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω