🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνεργάτισσα
συνεργάτισσα
η
сотрудница, помощница
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сотрудница
? —
συνεργάτισσα
как на
(ново)греческом
будет слово
помощница
? —
συνεργάτισσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνεργάτισσα
? — сотрудница, помощница
#
(ново)греческий словарь
—
ξεκαλούπωμα
—
εξοβελιστέος
—
διάπλατος
—
ψυχομαντεία
—
κουίντέττο
—
φαρμακοδυναμικά
—
λεξικογράφηση
—
επαρκής
—
κραταιότης
—
γυμνώς
—
ξάνθωμα
—
υπερβορειοανατολικός
—
σιτίζω
—
φραγκισκανός
—
λαδορίγανη
—
ασκιαγος
—
ανθυπομοίραρχος
—
πασσαλείβομαι
—
γκινιόζος
—
αντιρρίμι
—
χειριστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω