🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλόη
αλόη
η бот.
алоэ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
алоэ
? —
αλόη
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλόη
? — алоэ
#
(ново)греческий словарь
—
παραλέγω
—
σκιοπαίγνιον
—
αμπερόμετρο
—
κορδίζω
—
ασυνηθησιά
—
αβδελλιάζω
—
περιτύλιγμα
—
μπούκωμα
—
διώξιμο
—
τοκισμός
—
ξανανθίζω
—
αρλουμποειδής
—
πυροβολάρχης
—
καζίκι
—
καρατομώ
—
εποχούμαι
—
πολυδάπανος
—
αδιευκόλυντος
—
αστρώδης
—
επαγγέλλομαι
—
αιθερόλαμνος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω