🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ψηλοκρεμαστά
ψηλοκρεμαστά
навесно
;
τούριξα τό τόπι ~ — спорт. [phrase]я ему подал навесной мяч[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
навесно
? —
ψηλοκρεμαστά
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψηλοκρεμαστά
? — навесно
#
(ново)греческий словарь
—
άπλωση
—
ομαλός
—
άσκαστος
—
ελευθεριακός
—
μπαρμπούτι
—
δεματού
—
χαλκόύργίική
—
ζωομορφία
—
γατί
—
αβούητος
—
επακόλουθος
—
γιαλό
—
ακρουρά
—
απρόσφερτος
—
ξεσποριάζω
—
ημιτελής
—
νεκρολαγνεία
—
μόσχος
—
συγκρατημένος
—
καταγελώ
—
χωρισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω