🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κλεισώρεια
κλεισώρεια
η
узкий проход; ущелье
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
узкий проход
? —
κλεισώρεια
как на
(ново)греческом
будет слово
ущелье
? —
κλεισώρεια
как с
(ново)греческого
переводится слово
κλεισώρεια
? — узкий проход, ущелье
#
(ново)греческий словарь
—
απομνημόνευση
—
βαΐζω
—
νεκρολάτρης
—
φασιστικός
—
υδροποσία
—
χάραγμα
—
ασημόπετρα
—
αντιρραπίζω
—
ιζηματογόνος
—
παρατεντώνω
—
στέγνωσις
—
γυμνώνω
—
δενδροφθορά
—
αρρωστάω
—
εξυπνάκιας
—
γαλαντομία
—
πυρίπνους
—
σακάτεμα
—
συναδελφικός
—
ημιμόνιμος
—
διαδοσίας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω