🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ερευνημένος
ερευνημένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ερευνημένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κυκλοφορικός
—
ασκητής
—
αναταραγμός
—
οστρακόδερμα
—
αμυδρόφωτος
—
υπόνοια
—
μπάσκετ
—
κοινότοπος
—
ευγενόλη
—
σταυροπατέρας
—
σοδομικός
—
ναύλοχος
—
μπάζα
—
εξπρεσσιονισμός
—
αμπάριζα
—
αυλικός
—
καπνοφυτεία
—
κυλινδρώνω
—
φωνασκός
—
αποκρεμώ
—
ζερβόδεξα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω