🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ψαροκάικο
ψαροκάικο
το
рыболовецкая шхуна
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рыболовецкая шхуна
? —
ψαροκάικο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψαροκάικο
? — рыболовецкая шхуна
#
(ново)греческий словарь
—
ορυκτός
—
καθισιά
—
βύσσινίος
—
αράβιος
—
κίτρος
—
ασυντέλεστος
—
αναχωματώνω
—
ξανθούλης
—
ξηροβατικός
—
διακοίνωση
—
ελεήτρια
—
διαφλέγω
—
κεντρικότητα
—
φυσιογνώμων
—
εξυπηρετώ
—
εμφράσσω
—
σεντονιάζω
—
γνέψιμο
—
βραχονήσι
—
διαπορία
—
τριτεξάδελφος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω