🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μεσοκάρπιο
μεσοκάρπιο
το 1) анат.
пясть
;
2) бот.
межплодник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пясть
? —
μεσοκάρπιο
как на
(ново)греческом
будет слово
межплодник
? —
μεσοκάρπιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεσοκάρπιο
? — пясть, межплодник
#
(ново)греческий словарь
—
πλάκα
—
καναρινάκι
—
ψιλοτραγουδάω
—
καπινός
—
φυγοπόλεμος
—
θεοτούμπης
—
μετεωρολογώ
—
υμνητικός
—
αλεξητήριος
—
στοιχηματίζω
—
τοπωνυμία
—
πλέγμα
—
πτεροσχιδής
—
ανίερος
—
απολλοτριωτός
—
βροχοφόρος
—
διάφανος
—
μικρόκοκκος
—
ντοματάκι
—
μονοκοπανιά
—
αχειραφέτητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω