🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σκαμνί
σκαμνί
το
скамейка
;
===
καθίζω στό ~ — оказываться на скамье подсудимых
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скамейка
? —
σκαμνί
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκαμνί
? — скамейка
#
(ново)греческий словарь
—
μεσόστρατο
—
πιθηκίζω
—
ωχρόλευκος
—
μολυβδοσφράγιστος
—
κινεζικά
—
ενδότατος
—
σεπτεμβριανά
—
βεβουλευμένως
—
ωόπ!
—
δημοσιολόγος
—
πλαστελίνη
—
ζήλος
—
πυργωτός
—
επιγραμματίζω
—
τσαλαβούτημα
—
γνάψιμο
—
οινοπότης
—
ισχύω
—
ψευδοκαρίνα
—
πεσσιμιστικός
—
καταπονω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω